άψυχος

άψυχος
-η, -ο (AM ἄψυχος, -ον)
1. αυτός που δεν έχει ψυχή ζωή («τα έμψυχα και τα άψυχα»)
2. ο νεκρός
3. ο μικρόψυχος, ο δειλός
(μσν-νεοελλ.)
1. λιπόθυμος, αναίσθητος
2. άτονος
3. άσπλαχνος, σκληρόκαρδος
αρχ.
φρ. «ἄψυχος βορά» — μη ζωική, φυτική τροφή.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • άψυχος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δεν έχει ψυχή, ζωή (αντίθ. έμψυχος): Τα ανόργανα είναι άψυχα. 2. αυτός που δεν έχει θάρρος, ο δειλός, ο αδρανής: Όλα έδειχναν πως ήταν άνθρωπος δίχως ζωτικότητα, άψυχος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἄψυχος — ἄψῡχος , ἄψυχος lifeless masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀψυχότερον — ἀψῡχότερον , ἄψυχος lifeless adverbial comp ἀψῡχότερον , ἄψυχος lifeless masc acc comp sg ἀψῡχότερον , ἄψυχος lifeless neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀψυχοτέρων — ἀψῡχοτέρων , ἄψυχος lifeless fem gen comp pl ἀψῡχοτέρων , ἄψυχος lifeless masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀψυχότατα — ἀψῡχότατα , ἄψυχος lifeless adverbial superl ἀψῡχότατα , ἄψυχος lifeless neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀψύχω — ἀψύ̱χω , ἄψυχος lifeless masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἀψύ̱χω , ἄψυχος lifeless masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀψύχως — ἀψύ̱χως , ἄψυχος lifeless adverbial ἀψύ̱χως , ἄψυχος lifeless masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄψυχ' — ἄψῡχα , ἄψυχος lifeless neut nom/voc/acc pl ἄψῡχε , ἄψυχος lifeless masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄψυχον — ἄψῡχον , ἄψυχος lifeless masc/fem acc sg ἄψῡχον , ἄψυχος lifeless neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακήριος — (I) ἀκήριος, ιον (Α) [κὴρ, η] 1. αυτός που δεν τόν έβλαψαν, δεν τόν πείραξαν οι κήρες* και γεν. άβλαβος, απείραχτος 2. αβλαβής, ακίνδυνος 3. άδολος, άκακος. (II) ἀκήριος, ον (Α) [κῆρ, το] 1. αυτός που δεν έχει καρδιά, ψυχή, ζωή 2. δειλός, άψυχος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”